ρουζ

το, Ν
άκλ. καλλυντική πούδρα ή κρέμα χρησιμοποιούμενη για τον τονισμό τού ροδαλού χρώματος επιλεγμένων περιοχών τού προσώπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. rouge < λατ. rubeus «ερυθρός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρουζ — το (λ. γαλλ.), άκλ., είδος καλλυντικού που χρησιμοποιείται για να δίνει κοκκινωπό χρώμα στα μάγουλα ή στα χείλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπατόν Ρουζ — (Βaton Rouge). Πόλη (227.500 κάτ. το 2002) των νότιων ΗΠΑ, πρωτεύουσα της πολιτείας της Λουιζιάνα. Είναι χτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Μισισιπή, 110 χλμ. ΒΔ της Νέας Ορλεάνης, στη θέση όπου το 1719 οι Γάλλοι άποικοι της Λουιζιάνα είχαν… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • Λουιζιάνα — (Louisiana). Ομόσπονδη πολιτεία (123.677 τ. χλμ., 4.465.430 κάτ. το 2000) των ΗΠΑ, στο νότιο τμήμα της χώρας. Βρέχεται από τον Κόλπο του Μεξικού (Ατλαντικός ωκεανός) στα Ν, συνορεύει με το Τέξας στα Δ και με τις πολιτείες Αρκάνσας στα Β και… …   Dictionary of Greek

  • αφίσα — Έντυπο που τοιχοκολλείται ή τοποθετείται σε ειδικό χώρο, με προορισμό να μεταδώσει στον περαστικό, με τρόπο σύντομο αλλά και αποτελεσματικό, κάποιο μήνυμα ή να τον πληροφορήσει για κάποια εκδήλωση. Η α. είναι η σημαντικότερη και γνωστότερη από… …   Dictionary of Greek

  • πετρέλαιο — Μείγμα πολυάριθμων υδρογονανθράκων, όλων σχεδόν των χημικών σειρών, που περιέχει και μικρές ποσότητες οξυγονούχων, αζωτούχων και θειούχων προϊόντων. Πετρέλαια θεωρούνται και τα ορυκτέλαια που εξάγονται από μεταλλευτικά κοιτάσματα, εκείνα που… …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Αφγανιστάν — Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας.Συνορεύει στα Β με το Τουρκμενιστάν (ΒΔ), το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν (ΒΑ) και την Κίνα (ΒΑ), στα Α και Ν με το Πακιστάν και στα Δ με το Ιράν.Το Α. βρίσκεται στο κέντρο της αχανούς νότιας Ασίας, ανάμεσα σε μια… …   Dictionary of Greek

  • Γκαμπόρ, Ζα Ζα — (Zsa Zsa Gabor, Βουδαπέστη 1917 –). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Ουγγαρέζας ηθοποιού του κινηματογράφου Σαρί Γκαμπόρ. Το 1936 αναδείχθηκε Μις Ουγγαρία και ξεκίνησε καριέρα στον κόσμο του θεάματος και του κινηματογράφου με καλλιτεχνικό αντιπρόσωπο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.